σαγηνευτικός

-ή, -ό, Ν
ο ικανός να σαγηνεύει, δελεαστικός, γοητευτικός.
επίρρ...
σαγηνευτικώς και σαγηνευτικά Ν
με σαγηνευτικό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαγηνευτής. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στον θ. Ν. Φλογαΐτη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαγηνευτικός — [сагинэфтикос] ел. соблазнительный, обольстительный, пленительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαγηνευτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. ικανός να σαγηνεύει, να γοητεύει: Σαγηνευτική φωνή. 2. δελεαστικός, παραπλανητικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δονζουανικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον θρυλικό Ισπανό ιππότη Δον Ζουάν, ερωτομανής, σαγηνευτικός …   Dictionary of Greek

  • επαγωγός — ό (Α ἐπαγωγός, όν) [επάγω] ελκυστικός, θελκτικός, γοητευτικός («επαγωγός δάσκαλος», «επαγωγός διδασκαλία, ομιλία», «επαγωγό θέμα») αρχ. 1. αυτός που επιφέρει ή προκαλεί κάτι («ἐπαγωγός μανίας», Αισχύλ.) 2. απατηλός, σαγηνευτικός («ἀκούσαντες...… …   Dictionary of Greek

  • επακτικός — ἐπακτικός, ή, όν (Α) [επάγω] 1. επαγωγικός, ο αναφερόμενος στην επαγωγή ή αυτός που γίνεται με επαγωγή 2. αυτός που διεγείρει, που παρακινεί ή που συμβάλλει, που συντελεί σε κάτι 3. ελκυστικός, θελκτικός, σαγηνευτικός, ευχάριστος. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • μάγος — Στην αρχαιότητα, το μέλος μιας μηδικής φυλής με βαθιά γνώση της θρησκείας, που επιδιδόταν σε αστρολογικές και μαντικές τεχνικές και χαρακτηριζόταν για τις επιστημονικές του γνώσεις· επίσης, ο ιερέας και σοφός των αρχαίων Περσών που ασχολείτο με… …   Dictionary of Greek

  • μαγευτικός — ή, ό, θηλ. και ιά (AM μαγευτικός, ή, όν) [μαγεύω] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μαγεία ή στους μάγους, μαγικός 2. το θηλ. ως ουσ. η μαγευτική η τέχνη τής μαγείας, η μαγική τέχνη νεοελλ. αυτός που δίνει ψυχική ευχαρίστηση, θελκτικός,… …   Dictionary of Greek

  • προκλητικός — ή, ό / προκλητικός, ή, όν, ΝΑ [προκαλῶ] νεοελλ. 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να προκαλεί με ερεθιστικούς λόγους ή πράξεις, αυθάδης (α. «προκλητικοί λόγοι» β. «προκλητική συμπεριφορά») 2. αυτός που γίνεται ή φέρεται κατά τρόπο που να δελεάζει, ο …   Dictionary of Greek

  • προσκλητικός — ή, όν, Α [προσκαλῶ] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πρόσκληση 2. αυτός με τον οποίο προσκαλείται κάποιος, αυτός που χρησιμεύει για πρόσκληση 3. προκλητικός, σαγηνευτικός («προσκλητικὴν ἔχει δύμιν τὸ κάλλος», Φίλ.) …   Dictionary of Greek

  • γοητευτικός — ή, ό επίρρ. ά ελκυστικός, σαγηνευτικός: Μου έριξε ένα γοητευτικό βλέμμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.